γεφυροπλάστιγγα

γεφυροπλάστιγγα (Neugriechisch)Bearbeiten

Substantiv, fBearbeiten

Singular Plural

Nominativ η γεφυροπλάστιγγα οι γεφυροπλάστιγγες

Genitiv της γεφυροπλάστιγγας των γεφυροπλαστιγγών

Akkusativ τη γεφυροπλάστιγγα τις γεφυροπλάστιγγες

Vokativ γεφυροπλάστιγγα γεφυροπλάστιγγες

 
[1] γεφυροπλάστιγγα

Worttrennung:

γε·φυ·ρο·πλάσ·τιγ·γα, Plural: γε·φυ·ρο·πλάσ·τιγ·γες

Umschrift:

Aussprache:

IPA: [ʝɛ.fi.ɾo.ˈplas.tiŋ.ɡa]
Hörbeispiele:

Bedeutungen:

[1] Brückenwaage, Straßenbrückenwaage, Straßenfahrzeugwaage, Waagenbrücke

Oberbegriffe:

[1] πλάστιγγα, ζυγαριά

Beispiele:

[1] Κάθε όχημα που χρησιμοποιεί τη γεφυροπλάστιγγα για τη ζύγιση του φορτίου του ή για έλεγχο βάρους από το Λιμεναρχείο ή άλλη Δημόσια Αρχή υποχρεούται στη καταβολή δικαιώματος χρήσης γεφυροπλάστιγγας.
Jedes Fahrzeug, das die Brückenwaage zum Wiegen seiner Ladung oder zur Gewichtskontrolle für das Hafenamt oder eine andere Behörde benutzt, ist zur Zahlung des Nutzungsrechtes der Brückenwaage verpflichtet.

ÜbersetzungenBearbeiten

[*] Suchergebnisse in der neugriechischen Wikipedia für „γεφυροπλάστιγγα
[1] Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής: „γεφυροπλάστιγγα