Wiktionary:Babel/el(a)

Babel
el(a)-3 Όδε χρήστης έχει μίαν ανώτερην επιστήμην τής αρχαίης Ελληνικής γλώσσης συμφέρειν.
el(a)-2 Όδε χρήστης έχει μίαν μέσην επιστήμην τής αρχαίης Ελληνικής γλώσσης συμφέρειν.
el(a)-1 Όδε χρήστης έχει μίαν μικρήν επιστήμην τής αρχαίης Ελληνικής γλώσσης συμφέρειν.